καμπουριάζω

καμπουριάζω
1. αμετ.
1) горбиться, сутулиться; 2) горбиться, сгибаться от старости; 2. μετ. 1) горбить; 2) гнуть, сгибать, изгибать

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "καμπουριάζω" в других словарях:

  • καμπουριάζω — καμπουριάζω, καμπούριασα, καμπουριασμένος βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • καμπουριάζω — [καμπούρης] 1. (αμτβ.) βγάζω στην πλάτη μου καμπούρα, γίνομαι καμπούρης, κυρτώνομαι («πρόσεχε να μην καμπουριάζεις όταν περπατάς») 2. (μτβ.) κάνω κάτι κυρτό, κυρτώνω, λυγίζω, καμπυλώνω («μέ καμπούριασαν τα βάσανα») 3. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ …   Dictionary of Greek

  • καμπουριάζω — καμπούριασα, καμπουριάστηκα, καμπουριασμένος 1. γίνομαι καμπούρης: Δεν πρέπει να καμπουριάζεις, όταν περπατάς. 2. κάνω κάτι κυρτό, λυγίζω, κυρτώνω: Με καμπούριασαν οι στενοχώριες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κάρφω — (Α) 1. ξεραίνω, μαραίνω, κάνω κάτι να ζαρώσει («ἠέλιος χρόα κάρφει», Ησίοδ.) 2. ταπεινώνω κάποιον («σκολιὸν καὶ ἀγήνορα κάρφει Ζεὺς», Ησίοδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. σχηματίζεται με τη συνεσταλμένη βαθμίδα (s)krb(h) τής ΙΕ ρίζας* (s)kerb(h) «κάμπτω,… …   Dictionary of Greek

  • ακαμπούριαστος — η, ο [καμπουριάζω] χωρίς καμπούρα, ευθυτενής, ίσιος …   Dictionary of Greek

  • επικοιλαίνω — ἐπικοιλαίνω (AM) 1. κυρτώνω κάτι, καμπουριάζω 2. καθιστώ κάτι κοίλο, κοιλαίνω …   Dictionary of Greek

  • ζαροκοιλιάζω — ζαρώνω από καχεξία, καμπουριάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ζάρα + κοιλιάζω (< κοιλιά)] …   Dictionary of Greek

  • ζαροκουβαριάζομαι — κουβαριάζομαι, καμπουριάζω από καχεξία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ζάρα + κουβαριάζομαι (< κουβάρι)] …   Dictionary of Greek

  • κάμπτω — (AM κάμπτω) 1. (μτβ.) λυγίζω, κυρτώνω κάτι, καθιστώ κυρτό κάτι που ήταν ευθύ, καμπυλώνω 2. μέσ. κάμπτομαι λυγίζομαι, κυρτώνομαι, λυγίζω το σώμα μου, σκύβω, καμπουριάζω 3. (μτβ. και αμτβ.) βαδίζοντας ή πλέοντας παρακάμπτω κάποιο σημείο, στρέφομαι …   Dictionary of Greek

  • καμπουριαστός — ή, ό [καμπουριάζω] αυτός που περπατά σκυφτός, καμπουριασμένος. επίρρ... καμπουριαστά με καμπουριαστό τρόπο, σκυφτά, κυρτωμένα, λυγισμένα …   Dictionary of Greek

  • καμπούριασμα — το [καμπουριάζω] κύρτωση, κύφωση, καμπούρα, λύγισμα τής πλάτης …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»